Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ








Mια πρόσφατα δημοσιευμένη έρευνα στο Open Cardiovascular Medicine Journal 1) διερευνά το ρόλο της βιταμίνης D ως παράγοντα κινδύνου για τις καρδιαγγειακές νόσους. Εκτός από την παρουσίαση των μεταβολικών και φυσιολογικών διεργασιών στις οποίες εμπλέκεται η βιταμίνη D, το άρθρο εξετάζει τη σχέση της έλλειψής της με την εκδήλωση καρδιαγγειακών νόσων, τους πιθανούς μηχανισμούς που εμπλέκονται σε αυτήν η διεργασία, και την επίδραση της αντικατάστασής της, με τη μορφή συμπληρώματος, στην πρόληψη αυτών των ασθενειών.

 
Η κύρια πηγή βιταμίνης D για τον οργανισμό, είναι η σύνθεσή της στο σώμα, που αρχίζει στο δέρμα υπό την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας. Έτσι, από την 7-διϋδροχοληστερόλη σχηματίζεται η προβιταμίνη D3, η οποία μέσα σε 48 ώρες υφίσταται μοριακή αναδιαμόρφωση και μετασχηματίζεται στη βιταμίνη D3. Μόνο το 10% της απαιτούμενης από τον οργανισμό βιταμίνης D προσλαμβάνεται από το γαστρεντερικό σύστημα, στις μορφές της D2 (εργοκαλσιφερόλη) και D3 (χολκασιφερόλη). Τόσο η παραγόμενη στο δέρμα όσο και η απορροφούμενη βιταμίνη D δεσμεύεται σε συγκεκριμένες πρωτεΐνες της κυκλοφορίας και μεταφέρεται στο ήπαρ, όπου υφίσταται υδροξυλίωση με τη βοήθεια ειδικών ενζύμων και αποδίδει την 25-υδροξυ βιταμίνη D3 [25(OH)D]. 

 

Ακολουθεί μεταφορά και υδροξυλίωση στους νεφρούς αλλά και σε άλλα όργανα, όπου τελικά σχηματίζεται η 1,25-διϋδροξυ βιταμίνη D3 [1,25(OH)2D], η βιολογικά ενεργός μορφή της βιταμίνης D, μία διαδικασία που ελέγχεται αυστηρά από τα επίπεδα της παραθορμόνης (PTH), του ασβεστίου κα του φωσφόρου του ορρού. 
 

 

Το μόριο αυτό στη συνέχεια εισέρχεται στα κύτταρα στόχους διαπερνώντας την κυτταρική μεμβράνη και αφού συνδεθεί στον υποδοχέα της, μεταφέρεται στον πυρήνα όπου και συνδέεται με τα γονίδια στόχους της (VDRE) στο DNA, βοηθώντας έτσι την έκφραση συγκεκριμένων πρωτεϊνών. Τα κύτταρα στόχοι της βιταμίνης D είναι μεταξύ άλλων καρδιομυοκύτταρα, λεία μυϊκά κύτταρα των αγγείων και ενδοθηλιακά κύτταρα.


 

Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει την σχέση μεταξύ της 25(ΟΗ)D και παραγόντων υποκλινικής αθηρωμάτωσης, χωρίς τα αποτελέσματα να είναι ακόμη πλήρως αποσαφηνισμένα. Oι Bonakdaran και Varasteh 2) παρατήρησαν σημαντική σχέση μεταξύ έλλειψης της 25(ΟΗ)D και αυξημένης C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) αλλά και ύπαρξης μικροαλβουμινουρίας, σχετιζόμενων με αυξημένη θνητότητα. Σε άλλη έρευνα που συμμετείχαν 100 αγγειακοί ασθενείς βρέθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων της 25(ΟΗ)D και της δυσλειτουργίας του ενδοθηλίου, με μεγαλύτερη τη δυσλειτουργία όσο χαμηλότερα ήταν τα επίπεδα της 25(ΟΗ)D. Οι Ries et al.,3) παρατήρησαν την αντιστρόφως ανάλογη σχέση των επιπέδων της 25(ΟΗ)D και της πάχυνσης του μέσου χιτώνα της έσω καρωτίδας. Αντίθετα, οι Ross et al.,4) μελετώντας 149 ασθενείς με HIV δεν παρατήρησαν κάποια συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων της 25(OH)D και δεικτών φλεγμονής (TNF-α, ιντερλευκίνη 6 και hs-CRP) στον οργανισμό.
 

Αποτελέσματα πολλών ερευνών (προοπτικών όσο και αναδρομικών) συσχετίζουν ισχυρά την έλλειψη της βιταμίνης D με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Στη μελέτη Framingham όσοι είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D παρουσίαζαν σημαντικά υψηλότερο σχετικό κίνδυνο εκδήλωσης καρδιαγγειακών συμβαμάτων και  στην Health Professionals Follow-up Study (μελέτη κοορτής) η επίπτωση των εμφραγμάτων του μυοκαρδίου ήταν σημαντικά υψηλότερη μεταξύ αυτών των ασθενών, με τα επίπεδα της βιταμίνης D να επηρεάζουν ακόμη και την πρόγνωση των εμφραγματιών. 
 


 

Στην έρευνα LURIC η ανεπάρκεια βιταμίνης D αποδεικνύεται ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και οι Ullah et al.,5)  δείχνουν αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ επιπέδων βιταμίνης D και αρτηριακής πίεσης. Σε άλλες μελέτες η ανεπάρκεια βιταμίνης D σχετίζεται με παρουσία μεταβολικού συνδρόμου (αλλά και ανεξάρτητα με τον καθένα από τους επιμέρους παράγοντές του), με διαβήτη και  προεκλαμψία.

Οι μηχανισμοί μέσω των οποίων η βιταμίνη D ασκεί τις βλαπτικές επιδράσεις της δεν έχουν ακόμα κατανοηθεί πλήρως. Ένας μηχανισμός που πιθανότατα εμπλέκεται είναι η διέγερση του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η βιταμίνη D φαίνεται να είναι φυσικός αναστολέας της σύνθεσης της ρενίνης και όταν εκλείπει αυξάνεται η παραγωγή ρενίνης και αγγειοτενσίνης ΙΙ προκαλώντας υπέρταση και υπερτροφία του μυοκαρδίου. 
 

 

Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι τα επαρκή επίπεδα βιταμίνης D είναι απαραίτητα για την ευαισθησία στην ινσουλίνη με την έλλειψή της να προκαλεί προβλήματα στην έκκρισή της από τα β-κύτταρα, και έτσι να ενοχοποιείται για διαβήτη τύπου Ι και ΙΙ. Η βιταμίνη D δρα επίσης και ως σημαντικός αγγειοδραστικός παράγοντας, αυξάνοντας σημαντικά τα επίπεδα της PGI2 (προστακυκλίνης), έχοντας αντιθρομβογόνο δράση και μειώνοντας την κυτταρική προσκόλληση και τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο της αρτηριοσκλήρωσης.

 

Δεδομένα τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών αξιολογούν την επίδραση των συμπληρωμάτων βιταμίνης D στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι Pfeifer et al.,6) διαπιστώνουν σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης, του καρδιακού ρυθμού και των επιπέδων της παραθορμόνης στον ορρό ηλικιωμένων γυναικών με υποβιταμίνωση D, οι οποίες έλαβαν βιταμίνη D3 για 8 εβδομάδες. 
 



 

Οι Mitri et al.,7) διαπίστωσαν αύξηση στην έκκριση της ινσουλίνης αλλά και στα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στην ομάδα που έλαβε ως συμπλήρωμα βιταμίνη D σε σχέση με την ομάδα του placebo. Οι Zitterman et al.,8) αναφέρουν σημαντική μείωση των τριγλυκεριδίων και του TNF-α αλλά και ταυτόχρονη υποσημαινόμενη αύξηση  της LDL χοληστερόλης. Αποτελέσματα των Amin et al.,9) αναφέρουν  σημαντική ελάττωση των επιπέδων του νατριουρητικού πεπτιδίου BNP  και της CRP όπως και καλύτερη επίδοση στα τεστ για την αξιολόγηση της καρδιακής ανεπάρκειας. Η μελέτη EURODIAB κατέδειξε ότι η λήψη συμπληρώματος βιταμίνης D κατά τη βρεφική περίοδο σχετίσθηκε με σημαντική μείωση της επίπτωσης του διαβήτη τύπου Ι. 
 

Όλο και περισσότερα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η λήψη βιταμίνης D ως συμπλήρωμα στη διατροφή μπορεί να έχει ωφέλιμη επίδραση στο καρδιαγγειακό σύστημα, είτε με άμεσο τρόπο, ασκώντας απευθείας δράση στα μυϊκά καρδιακά κύτταρα και στο ενδοθήλιο, είτε με έμμεσο τρόπο, τροποποιώντας ήδη γνωστούς παράγοντες κινδύνου. Η βιταμίνη D θεωρείται γενικά ασφαλής και δεν προκαλεί τοξικότητα, μιας και η επιπλέον μορφή της D3 μετατρέπεται σε αδρανή προϊόντα. Το Αμερικάνικο Ιατρικό Ινστιτούτο συστήνει σαν επαρκή πρόσληψη  καθημερινά 200 IU για παιδιά και ενήλικες μέχρι 50 ετών, 400 IU για ενήλικες 51-70 ετών και 600 IU για αυτούς άνω των 70 ετών, με τις ημερήσιες ανάγκες να είναι υψηλότερες όταν η έκθεση στον ήλιο είναι ανεπαρκής. Παρόλα αυτά απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να αποσαφηνιστεί πλήρως ο ρόλος των συμπληρωμάτων βιταμίνης D στην πρόληψη των παθήσεων του καρδιαγγειακού συστήματος.

          
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Mandarino et al., Is Vitamin D deficiency a new risk factor for cardiovascular disease?, The Open Cardiovascular Medicine Journal, 2015;9:40-49
  • Bonakdaran S, Varasteh AR. Correlation between serum 25 hydroxy vitamin D3 and laboratory risk markers of cardiovascular diseases in type 2 diabetic patients. Saudi Med J 2009; 30(4): 509-14.
  • Reis JP, von Mühlen D, Michos ED, et al. Serum vitamin D, parathyroid hormone levels and carotid atherosclerosis. Atherosclerosis 2009; 207(2): 585-90.
  • Ross AC, Judd S, Kumari M, et alVitamin D is linked to carotid intima-media thickness and immune reconstitutionin HIV-positive individuals. Antivir Ther 2011; 16(4): 555-63.
  • Ullah MI, Uwaifo GI, Nicholas WC, Koch CA. Does vitamin d deficiency cause hypertension? Current evidence from clinical studies and potential mechanisms. Int J Endocrinol 2010; 2010: 579-640.
  • Pfeifer M, Begerow B, Minne HW, Nachtigall D, Hansen C: Effects of a short-term vitamin D(3) and calcium supplementation on blood pressure and parathyroid hormone levels in elderly women. J Clin Endocrinol Metab 2001; 86: 1633-37.
  • Mitri J, Dawson-Hughes B, Hu FB, Pittas AG. Effects of vitamin D and calcium supplementation on pancreatic {beta} cell function, insulin sensitivity, and glycemia in adults at high risk of diabetes: The calcium and vitamin d for diabetes mellitus (CaDDM) randomized controlled trial. Am J Clin Nutr 2011; 94: 486-94.
  • Zittermann A, Frisch S, Berthold HK, et al. Vitamin D supplementation enhances the beneficial effects of weight loss on cardiovascular disease risk markers. Am J Clin Nutr 2009; 89: 1321-7.
  • Amin A, Minaee S, Chitsazan M, Naderi N, Taghavi S, Ardeshiri M. Can vitamin D supplementation improve the severity of congestive heart failure? Congest Heart Fail 2013; 19(4): E22-8.
  • Hsia J, Heiss G, Ren H, et al. Women’s Health Initiative Investigators. Calcium/vitamin D supplementation and cardiovascular events. Circulation 2007; 115: 846-54.
  • Witham MD, Dove FJ, Sugden JA, Doney AS, Struthers AD. The effect of vitamin D replacement on markers of vascular health in stroke patients - a randomised controlled trial. Nutr Metab Cardiovasc Dis 2012; 22(10): 864-70.

http://www.naturaldoctor.gr/article.php?id=12

3 σχόλια:

  1. Πολύ ενδιαφέρον! Δεν ήξερα τη σύνδεση της βιταμίνης D με τα καρδιαγγειακά νοσήματα! Για το δέρμα την είχα υπόψη μου μόνο...!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Βοηθάει επίσης στο συγχρονισμό του θυροειδή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βοηθάει επίσης στο συγχρονισμό του θυροειδή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή